Μελέτη ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: Κίνητρα επιχειρηματικότητας και ΜΜΕ

Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αποσαφηνίσει την έννοια της επιχειρηματικότητας λαμβάνοντας υπόψη τις κυριότερες επιστημονικές προσεγγίσεις. Ειδικότερα, επιχειρείται αρχικά μία σύντομη ιστορική αναδρομή των προσπαθειών επεξήγησης του όρου σε συνάρτηση πάντοτε με την έννοια του επιχειρηματία και στη συνέχεια, παρουσιάζονται συνοπτικά οι κυριότερες σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις της έννοιας της επιχειρηματικότητας. Σκοπός είναι να γίνουν κατανοητά τα κίνητρα της επιχειρηματικής δράσης μέσα από το πρίσμα των διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων της έννοιας της επιχειρηματικότητας, ενώ παρουσιάζονται τα βασικά χαρακτηριστικά, οι συνθήκες εμφάνισης και το περιβάλλον στο οποίο συνυπάρχουν στις σύγχρονες αναπτυγμένες οικονομίες και την Ελλάδα οι ακόλουθοι τρεις τύποι επιχειρηματικότητας: η επιχειρηματικότητα ευκαιρίας, η επιχειρηματικότητα ανάγκης και η επιχειρηματικότητα διαδοχής. Ειδικά για την ελληνική περίπτωση, παρατίθενται στοιχεία που αφορούν τους συγκεκριμένους τύπους επιχειρηματικότητας. Οι δύο πρώτοι τύποι επιχειρηματικότητας εξετάζονται περαιτέρω σε σχέση με τον οικονομικό κύκλο. Το κείμενο καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στην ελληνική περίπτωση.

Τύποι και κίνητρα επιχειρηματικότητας

Εκτός των τύπων επιχειρηματικότητας που σχετίζονται περισσότερο με ένα πεδίο οικονομικής δραστηριότητας σε επίπεδο επιχείρησης (ενδοεπιχειρηματικότητα, κοινωνική επιχειρηματικότητα, πράσινη επιχειρηματικότητα, ψηφιακή επιχειρηματικότητα, επιχειρηματικότητα αυτοαπασχολούμενων ατόμων), στη βιβλιογραφία έχουν καταγραφεί οι ακόλουθοι τύποι επιχειρηματικότητας, οι οποίοι, κατά κύριο λόγο, επιχειρούν να περιγράψουν τα κίνητρα ανάληψης επιχειρηματικής δράσης:

(α) επιχειρηματικότητα ευκαιρίας (opportunity entrepreneurship) και

(β) επιχειρηματικότητα ανάγκης (necessity entrepreneurship).

Υπάρχει επίσης κι ένας ακόμη τύπος επιχειρηματικότητας ο οποίος δεν συνδέεται απαραίτητα με μία ευκαιρία ή κάλυψη ανάγκης και χαρακτηρίζει κυρίως τις οικογενειακές επιχειρήσεις: πρόκειται συγκεκριμένα για την επιχειρηματικότητα διαδοχής (succession entrepreneurship).

Επιχειρηματικότητα ευκαιρίας και επιχειρηματικότητα ανάγκης

Η επιχειρηματικότητα μπορεί να ερμηνευθεί μεταξύ άλλων, είτε ως ευκαιρία, είτε ως ανάγκη. Για την καλύτερη δυνατή κατανόηση των δύο εννοιών κρίνεται σκόπιμη η διερεύνηση των κινήτρων για την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης. Προς την κατεύθυνση αυτή, η βιβλιογραφία έχει προσεγγίσει το ζήτημα από διαφορετικές οπτικές που σχετίζονται με τις εκάστοτε προσεγγίσεις, είτε αυτόνομα, είτε συνδυαστικά.

Σύμφωνα με το προγενέστερο μεθοδολογικό πλαίσιο του Global Entrepreneurship Monitor (GEM 2019), η επιχειρηματικότητα ευκαιρίας αφορά την αξιοποίηση μιας επιχειρηματικής ευκαιρίας, η οποία μπορεί να είναι ικανή να οδηγήσει σε αύξηση του εισοδήματος του επιχειρηματία, προσφέροντας παράλληλα εργασιακή ανεξαρτησία.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο της οικονομικής προσέγγισης της επιχειρηματικότητας, τα κίνητρα για την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης ως ευκαιρίας μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

δημιουργία νέων ή βελτίωση υφιστάμενων προϊόντων,

δημιουργία κέρδους,

ανάληψη ρίσκου,

επέκταση υφιστάμενων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων,

αναζήτηση και εκμετάλλευση ευκαιριών κέρδους μη ορατών σε άλλους ή στους ανταγωνιστές της επιχείρησης,

καινοτομία ως οδηγός για τη δημιουργική καταστροφή (creative destruction) και τη δημιουργία νέων αγαθών, υπηρεσιών ή ακόμα και επιχειρήσεων.

Από την άλλη πλευρά, είναι ιδιαίτερα συχνό το φαινόμενο ίδρυσης επιχειρήσεων χωρίς απαραίτητα το κίνητρο να σχετίζεται με μία ευκαιρία, καινοτομία ή την αναζήτηση κέρδους όπως ισχυρίζεται η οικονομική προσέγγιση, αλλά με καθαρά βιοποριστικούς λόγους και ως ανάγκη στο πλαίσιο έλλειψης εναλλακτικών επιλογών. Πολλοί άνθρωποι, πολύ συχνά άνεργοι, αποφασίζουν να αναλάβουν επιχειρηματική δράση ως απάντηση στην έλλειψη εναλλακτικών επιλογών που τους αναγκάζουν να κάνουν το συγκεκριμένο βήμα. Επιπλέον, η απόφαση για την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης ερμηνεύεται ως μία αμυντική συμπεριφορά των ατόμων και μπορεί να ληφθεί ακόμα και υπό το φόβο έλευσης της ανεργίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις κάνει την εμφάνισή της η επιχειρηματικότητα ανάγκης, που οι δραστηριότητες της κατά κύριο λόγο δεν είναι καινοτόμες, χωρίς βέβαια κάτι τέτοιο να αποκλείεται αυστηρά.

Επιχειρηματικότητα διαδοχής

Η διαδικασία διαδοχής συχνά αποτελεί κρίσιμο ζήτημα στον κύκλο της ζωής μιας επιχείρησης και αφορά την περίπτωση που ο ιδιοκτήτης της πρόκειται να αποσυρθεί από την ενεργό δράση και να μεταβιβάσει την επιχείρηση σε άλλο άτομο/επιχειρηματία. Η διαδοχή της επιχείρησης αφορά τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας της σε νέους ιδιοκτήτες και συνήθως νέα διοίκηση, κάτι που συμβαίνει συχνά όταν ο αρχικός ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης πλησιάζει στη συνταξιοδότηση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ορίζει «ως μεταβίβαση επιχείρησης τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας μιας επιχείρησης σε άλλο πρόσωπο ή επιχείρηση που εξασφαλίζει ότι η μεταβιβαζόμενη θα συνεχίσει να υφίσταται και να έχει εμπορική δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να συμβεί στο εσωτερικό της οικογένειας που ελέγχει την επιχείρηση, μέσω της αγοράς της επιχείρησης από τα διευθυντικά στελέχη (πώληση σε διαχειριστές ή και εργαζόμενους της επιχείρησης που δεν είναι μέλη της οικογένειας) και μέσω πωλήσεων σε τρίτα πρόσωπα ή σε υφιστάμενες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαγορών και συγχωνεύσεων».

Η διαδοχή και η μεταβίβαση απασχολεί ιδιαίτερα τις οικογενειακές επιχειρήσεις ως διαδικασία προσαρμογής ρόλων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και την επόμενη γενιά που πρόκειται να αναλάβει την επιχείρηση. Στην περίπτωση των οικογενειακών επιχειρήσεων παρατηρείται η λεγόμενη «ενδοοικογενειακή μεταβίβαση» («intra-family transfer», ενώ στην περίπτωση που την επιχείρηση διαδέχεται κάποιος εκτός του οικογενειακού περιβάλλοντος παρατηρείται η «μεταβίβαση εκτός οικογένειας» («extra-family transfer»). Στην Ελλάδα λειτουργεί πληθώρα πολύ μικρών και μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων στις οποίες η διοίκηση και λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων αναλαμβάνονται από τον ιδιοκτήτη και τα μέλη της οικογένειας που απασχολούνται στην επιχείρηση.

Υφιστάμενη κατάσταση στις ελληνικές ΜμΕ

Στην Ελλάδα, 694.346 επιχειρήσεις, δηλαδή 99,9% του συνόλου των ελληνικών επιχειρήσεων, ορίζονται ως ΜμΕ σύμφωνα με τον ορισμό που έχει επικρατήσει σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ποσοστό 92,7% των ελληνικών επιχειρήσεων (644.264) είναι πολύ μικρές, ενώ 6,5% (45.401) είναι μικρές, το 0,7% (4.681) είναι μεσαίες και μόλις 0,1% (600) είναι μεγάλες επιχειρήσεις. Περίπου τα 2/3 του ελληνικού εργατικού δυναμικού απασχολούνται σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις και συνολικά 8 στους 10 εργαζόμενους απασχολούνται σε ΜμΕ. Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν το 38,8% της προστιθέμενης αξίας στην οικονομία, ενώ συμπεριλαμβανομένων και των μεσαίων επιχειρήσεων, η συνολική συνεισφορά των ΜμΕ στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας στην οικονομία ανέρχεται σε 61,6%.

Τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάζονται συγκριτικά για την Ελλάδα και την ΕΕ-27 ανά κατηγορία επιχειρήσεων στον παρακάτω πίνακα:

Οι Μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα και την ΕΕ-27

Μεγάλος αριθμός των ΜμΕ στην Ελλάδα και την ΕΕ δραστηριοποιείται στους τομείς των υπηρεσιών και του εμπορίου με σημαντική συμβολή στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και την παραγωγή προστιθέμενης αξίας στην οικονομία. Από τα στοιχεία του SME Performance Review (SPR) που λαμβάνονται από τη Eurostat και στα οποία βασίζεται η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή του SBA (SBA Factsheet), προκύπτει ότι υψηλό ποσοστό των ΜμΕ στην Ελλάδα δραστηριοποιείται στον κλάδο των υπηρεσιών (49,3%) και ακολουθούν ο κλάδος του εμπορίου με ποσοστό 32,2%, οι κατασκευές με ποσοστό 8,7% και η μεταποίηση με ποσοστό 8,4%. Σε όρους απασχόλησης σε επίπεδο ΜμΕ ο κλάδος των υπηρεσιών συνολικά συνεισφέρει σε ποσοστό 49,5% και ακολουθούν ο κλάδος του εμπορίου με ποσοστό 28,6%, οι κατασκευές με ποσοστό 6% και η μεταποίηση με ποσοστό 12,2%. Σε όρους προστιθέμενης αξίας, ο κλάδος των υπηρεσιών συνεισφέρει επίσης το μεγαλύτερο μερίδιο (42,1%) ενώ η συνεισφορά του κλάδου του εμπορίου στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας στην οικονομία ανέρχεται σε ποσοστό 26,0%, της μεταποίησης σε 19,3% και των κατασκευών σε 7,5%.

Σε ό,τι αφορά την επιχειρηματικότητα ευκαιρίας στην Ελλάδα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι επενδύσεις του ταμείου Equifund μέσω επιλεγμένων ομάδων διαχείρισης κεφαλαίων σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε σύγχρονες τεχνολογίες αιχμής. Οι επενδύσεις αφορούσαν νεοφυείς (start-up) ΜμΕ για την παροχή seed και early stage capital, για μεταφορά τεχνολογίας (technology transfer) και για μεγέθυνση (scale up/growth). Μέχρι τα τέλη του 2021 μέσω του Equifund είχαν χρηματοδοτηθεί 128 ΜμΕ οι οποίες δραστηριοποιούνταν σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας με κεφάλαια συνολικού ύψους 235 εκατ. ευρώ (ΕΥΔ ΕΠΑνΕΚ, 2022).

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ (2018), το 2017 στην Ελλάδα ποσοστό 29,1% των start-up επιχειρήσεων αφορούσαν επιχειρηματική δράση που αναλήφθηκε από ανάγκη, ενώ χαμηλότερο ήταν το ποσοστό (37%) των επιχειρηματιών αρχικών σταδίων που δραστηριοποιήθηκαν προκειμένου να εκμεταλλευθούν μία ευκαιρία. Αντίστοιχα, το 69% των επιχειρήσεων αρχικών σταδίων (επτά στις δέκα) εξακολουθούν να ιδρύονται από ανάγκη και με σκοπό την κάλυψη βιοποριστικών αναγκών, ενώ σημαντικό παραμένει το ποσοστό των επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν επιχειρηματική δράση με σκοπό την αξιοποίηση ευκαιριών (45,8%). Παράλληλα, η συνέχιση της οικονομικής παράδοσης αποτελεί σημαντικό κίνητρο για τους νέους επιχειρηματίες (35,7%) αλλά σε χαμηλότερο ποσοστό σε σχέση με την ανάγκη ή την αξιοποίηση ευκαιρίας (ΙΟΒΕ, 2022). Αξίζει να σημειωθεί επίσης η διάσταση του φύλου στην επιχειρηματικότητα ανάγκης και ιδιαίτερα, το γεγονός ότι για τις γυναίκες το κίνητρο του βιοπορισμού ανέρχεται σε ποσοστό 75% (66% στους άντρες)

Σημειώνεται τέλος, ότι σε ορισμένους κλάδους της οικονομίας, στους οποίους η διαδοχή επιχειρήσεων αποτελεί σημαντική επιλογή λόγω του ιδιαίτερου αντικειμένου που πολλές φορές συνδέεται με την πολιτιστική κατά τόπους παράδοση, όπως οι κλάδοι της χειροτεχνίας και της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις είναι οικογενειακές, ενώ 9 στις 10 απασχολούν 1-5 εργαζόμενους και 76% παρουσιάζει κύκλο εργασιών κάτω των 30.000 ευρώ (ΥπΑνΕπ, 2022β).

Μοιραστείτε το

Διαβάστε περισσότερα

PRECISEU

Η Κρήτη αναδεικνύεται σε Περιφερειακή Κοιλάδα Καινοτομίας (Regional Innovation Valley)

Η Κρήτη αναδεικνύεται σε Περιφερειακή Κοιλάδα Καινοτομίας (Regional Innovation Valley), μέσω του έργου PRECISEU για την Ενδυνάμωση Εξατομικευμένης Ιατρικής μέσω Διασύνδεσης Οικοσυστημάτων Καινοτομίας στην Ευρώπη